ΤΑ 4 ΕΠΙΠΕΔΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
The official Web Site!

Αρχική

Η διαδρομή

Ο δίσκος

Σύνδεσμοι

Επικοινωνία

Νέα

Προώθηση/Αγορά

Δημοσιεύματα

Το συγκρότημα

Cdbaby
itunes
amazon mp3
Rhapsody
emusic

Gallery

Copyright © 2009 the4levelsofexistence.com  Όροι-χρήσης All rights reserved   Developed by Eikonaxos

Δημοσιεύματα

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ  - ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΑ ΝΕΑ  26-9-2009

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΜΙΤΑ

 

 

AΠΟ ΤΗ ΛΗΘΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ

 

ΟΤΑΝ ΤΑ 4 ΕΠΙΠΕΔΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑΝ ΤΟΝ JΑΥ-Z. Η ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΡΟΚ ΓΚΡΟΥΠ ΤΩΝ ‘70ς ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ, ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΕΜΜΕΣΑ, ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ.

 

Η είδηση ότι το πρώτο επίσημο single από τον πολυαναμενόμενο νέο δίσκο του διάσημου ράπερ Jay-Z, φέρει sample από ελληνικό τραγούδι θα μπορούσε σίγουρα να είναι ένα πολύ ευφάνταστο πρωταπριλιάτικο αστείο. Κι όμως, καμιά φορά η πραγματικότητα φτιάχνει σενάρια που ούτε η πιο ζωηρή φαντασία δεν μπορεί να σκεφτεί: Ένα αέναο κιθαριστικό θέμα από το τραγούδι «Κάποια μέρα στην Αθήνα» που ηχογράφησε το 1976 (!) το συγκρότημα «ΤΑ 4 ΕΠΙΠΕΔΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ» αποτελεί τη μουσική βάση του τραγουδιού Run Τhis Τown, όπου εκτός από τον Jay-Z εμφανίζονται άλλα δυο καυτά ονόματα της αμερικάνικης μουσικής βιομηχανίας: η Rihanna και ο Kanye West. Και το πράγμα γίνεται όλο και καλύτερο: Τo «Blueprint 3» όπως είναι ο γενικός τίτλος του νέου δίσκου του Jay-Z, έχει ήδη γίνει χρυσό και βρίσκεται στην κορυφή της λίστας Billboard 200 με τα άλμπουμ με τις περισσότερες πωλήσεις. Ο Jay-Z έχει πλέον 11 δίσκους στη σχετική λίστα ξεπερνώντας ακόμα και το «βασιλιά της ροκ» Έλβις Πρίσλεϊ που έχει μόνο 10…

 

 

Για όσους δεν έχουν εμβαθύνει στα ενδότερα της ελληνικής ροκ σκηνής, σίγουρα η απορία είναι μεγάλη και εύλογη: Πως είναι δυνατόν  ένα ελληνικό συγκρότημα να δανείζει ήχους μετά από 33 χρόνια στα πρώτα ονόματα της αμερικάνικης hip hop σκηνής και κυρίως πως γίνεται αυτό το συγκρότημα να είναι σχεδόν άγνωστο τουλάχιστον στους περισσότερους; Ο μόνος τρόπος για να πάρουμε απαντήσεις ήταν να βρούμε τα μέλη της μπάντας και να τα ενώσουμε σε μια συνέντευξη που κινήθηκε μεταξύ Ιλίου, Ζακύνθου και Ολλανδίας. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 στην περιοχή του Άγιου Φανουρίου στο Ίλιον υπήρχε μια μεγάλη έκταση γης γεμάτη μποστάνια και προπολεμικά κτίσματα. Οι ένοικοί τους ήταν έξι-εφτά νεανικά συγκροτήματα της Δυτικής Αθήνας που χρησιμοποιούσαν τα παλιά μουχλιασμένα δωμάτια των εργατών για τις καθημερινές πρόβες τους. Οι KAΣTOPEΣ, οι TASTE OF LIFE, οι EMERSON, ο ΗΛΕΚΤΡOΠΛΗΞΙΑΣ με τους ΞYΠOΛHTOYΣ και οι FROG’S EYE έβαζαν φωτιά στα ανιαρά εφηβικά απογεύματά τους με τους ηλεκτρικούς ήχους της κιθάρας και τα δυνατά σόλα των κρουστών. Ήταν η εποχή που το San Fanourio ζηλεύοντας τη δόξα του San Francisco, της Μέκκας του χίπικου κινήματος, αποζητούσε το μερτικό του στον κόσμο και στο όνειρο.

Το 1974 ο Θανάσης Αλατάς και ο Χρήστος Βλαχάκης, πρώην μέλη των FROG’S EYE, αποφασίζουν να φτιάξουν ένα νέο συγκρότημα. «Μέσω μιας αγγελίας στον τοίχο του Pop Eleven (σ.σ. θρυλικού δισκάδικου της εποχής) γνωρίσαμε αρχικά το Μαρίνο Γιαμαλάκη και στη συνέχεια, μέσω ενός φίλου, το Νίκο Δούναβη», θυμάται ο Θανάσης Αλατάς. Μετά από αρκετές διαφωνίες για το όνομα του γκρουπ, ανακαλύπτουν σε ένα φιλοσοφικό λεξικό τον όρο «ΤΑ 4 ΕΠΙΠΕΔΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ» και συμφωνούν να ονομάσουν έτσι το νέο σχήμα.

Η εποχή θέλει παντελόνια «καμπάνες», στενά μπλουζάκια και μακριά μαλλιά. Από την άλλη, όμως, η καταγωγή από την εργατική τάξη απαιτεί να βγαίνει το μεροκάματο.  Γι’ αυτό και οι πρόβες τους γίνονται πάντα καθημερινές απόγευμα μετά τη δουλειά. «Οι συναυλίες μας γινόταν συνήθως τις Κυριακές 10 με 12 το πρωί. Κι οι  πιτσιρικάδες ξεχύνονταν σαν τα μυρμήγκια στις γειτονιές και γέμιζαν τους σινεμάδες για να μας ακούσουν».

Στα πικάπ τους λιώνουν τα βινύλια των μεγάλων συγκροτημάτων της εποχής. Με επιρροές από King Crimson, Deep Purple, Υes, Who και Black Sabbath, οι πειραματισμοί με τους παραμορφωτές, η εμμονή στα κιθαριστικά σόλα αλλά και τα προσωπικά ψαξίματα με τα δημοτικά τραγούδια αρχίζουν να διαμορφώνουν έναν ιδιαίτερο αγριωπό και μεταλλικό ήχο που ο Στέφανος Βασιλειάδης, ένας από τους σημαντικότερους τότε εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής μουσικής, αναγνωρίζοντας την αξία του συγκροτήματος, θα χαρακτηρίσει «τριζάτο».

Σε αντίθεση με τη γενικότερη τάση της εποχής, αποφασίζουν να μην εμφανιστούν ποτέ σε νυχτερινό κέντρο και ντύνουν τα τραγούδια τους με ελληνικό στίχο. Τα λόγια τους καθορίζονται από το ρομαντισμό της ηλικίας και την αναγκαιότητα να περάσουν από την επίσημη λογοκρισία. Το αποτέλεσμα είναι ένα κράμα παιδικότητας και αφηρημένου που αργότερα θα ενισχύσει το χαρακτηρισμό που τους αποδόθηκε ως ψυχεδελικό σχήμα.

«Αποκτήσαμε μια σχετική φήμη με τη συμμετοχή μας στη μεγάλη συναυλία διαμαρτυρίας και συμπαράστασης που έγινε στο Σπόρτιγκ μετά τη εισβολή στην Κύπρο. Αμέσως μετά λάβαμε μέρος σε έναν διαγωνισμό της ΕΙΡΤ για νέα σχήματα όπου πήραμε την τρίτη θέση», θυμούνται.  

Το Σεπτέμβρη του 1975 θα συμβεί μια σημαντική αλλαγή στη σύνθεση του συγκροτήματος. Ο Νίκος Δούναβης αποχωρεί λόγω στρατιωτικών υποχρεώσεων και τη θέση του παίρνει ο Νίκος Γράψας. «Όταν ήρθε, πάθαμε πλάκα με τις γνώσεις του και το παίξιμό του», λένε. Μαζί θα παίξουν ατελείωτες ώρες μέχρι να ολοκληρώσουν και να τελειοποιήσουν τα κομμάτια τους.

Μια πρόταση από την δισκογραφική Venus θα οδηγήσει στην ηχογράφηση του πρώτου και μοναδικού δίσκου τους, τον Ιανουάριο του 1976. Αμέσως μετά,  φεύγουν όλοι για φαντάροι και τα 4 επίπεδα σκορπίζουν στα 4 σημεία του ορίζοντα. Κι όσο για το δίσκο τους, όπως λένε κι ίδιοι «τον αφήσαμε στην τύχη του».

 

Η πορεία του δίσκου

Εκείνες οι 1.000 κόπιες της πρώτης κυκλοφορίας εξαφανίστηκαν σχεδόν αμέσως. Παρόλα αυτά, καθώς το ελληνικό κοινό ήταν στραμμένο στα μεγάλα ονόματα της εποχής (Socrates, Νοστράδαμος, Πελόμα Μποκιού, Poll) ο δίσκος πέρασε σχεδόν απαρατήρητος στην ελληνική αγορά. Το παράξενο όμως είναι ότι, χέρι με χέρι, το άλμπουμ ταξίδεψε στο εξωτερικό όπου είχε σαφώς καλύτερη υποδοχή και σιγά-σιγά διέγραψε τη δική του πορεία.

Είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία, το 1996, τα μέλη του συγκροτήματος αντιλαμβάνονται τυχαία ότι ο δίσκος έχει κυκλοφορήσει ξανά στην αγορά από την Wipe Out. «Όταν ήρθαμε σε επαφή με τα παιδιά της Wipe Out αφενός μάθαμε ότι η Venus τους είχε δώσει την άδεια χωρίς να μας ρωτήσουν, και από την άλλη πως ο δίσκος μας όλα αυτά τα χρόνια είχε κάνει μια σπουδαία μουσική πορεία. Πως ήταν πρώτος σε κατάταξη στους μουσικούς καταλόγους των ξένων συλλεκτών ως ο πιο σπάνιος δίσκος από την ελληνική  αγορά και πως πουλιέται στον Καναδά, στην Αμερική, στην Ευρώπη, μέχρι την Ιαπωνία! Κι όλα αυτά, χωρίς εμείς να έχουμε πάρει μυρωδιά. Ύστερα από όλα αυτά, φυσικά και συμφωνήσαμε στην επανέκδοσή του που τελικά επανακαθόρισε τη δουλειά μας σε δεύτερη γενιά».

Ενώ ο δίσκος κυκλοφορεί πια παράνομα σε CD και mp3 σε όλο τον κόσμο, το 2002 ακολουθεί μια ακόμα επανέκδοση σε βινύλιο από την Εικόναχος και την Anazitisi Records και το 2005 ο Θανάσης Αλατάς, που είχε πλέον τα δικαιώματα του δίσκου, τυπώνει για πρώτη φορά και κυκλοφορεί το έργο σε CD για όλο τον κόσμο με την αμερικάνικη εταιρία Lion Productionς. Η ανταπόκριση του κοινού σε κάθε επανέκδοση είναι εντυπωσιακή. Ο δίσκος εξαντλείται γρήγορα, ενώ αρκετές κόπιες φεύγουν και πάλι για το εξωτερικό.

 Στα μέσα του περασμένου Ιούλιου, ο Θανάσης δέχεται ένα email από τη Lion Productions που τον ενημερώνει απλώς ότι κάποιος ράπερ ενδιαφέρεται για κάποιο τραγούδι του δίσκου και τον ρωτούν αν επιθυμεί μια επικοινωνία με τον παραγωγό του. «Αφού πήρα το ok από τα παιδιά τους απάντησα θετικά. Την επόμενη μέρα μου τηλεφώνησε ο μάνατζερ του Jay-Z και μου ζήτησε να είμαι για τις επόμενες  έξι ώρες σε αναμονή στο τηλέφωνο για να ακούσω το τραγούδι. Τους ρώτησα ποιο τραγούδι μας είχαν χρησιμοποιήσει και μου είπαν πως ήταν ένα δικό μου, το «Κάποια μέρα στην Αθήνα». Πράγματι, σύντομα μας κάλεσαν ξανά, και συντροφιά με το γιο μου ακούσαμε στην ανοιχτή ακρόαση την έναρξη της κοπέλας και το μπάσιμο της κιθάρας. Μου άρεσε και έδωσα το ok, στην ουσία χωρίς να ξέρω τίποτα περί  Rihanna και Jay-Z».

Οι διαδικασίες έγιναν γρήγορα και μέσω internet. Υπογράφηκαν τα συμβόλαια και τις  επόμενες ημέρες το τραγούδι ακουγόταν ήδη στο Radio MTV. Το Run This Town είχε επιλεγεί ως single να διαφημίσει το δίσκο έτσι  ακολούθησε η παραγωγή του και σε βίντεο. «Πέρασα όλο τον Αύγουστο μπροστά σε ένα κομπιούτερ παρακολουθώντας το τι γινόταν. Είδα με πόση έκπληξη και ενδιαφέρον συζητούσε το fun club του Jay-Z το γεγονός ότι είχε χρησιμοποιήσει ένα sample (σ.σ. το μέρος ή η φράση ενός γνωστού τραγουδιού που χρησιμοποιείται στην κατασκευή ενός hip hop τραγουδιού για να «στολίσει» το βασικό του ρυθμό) ενός ελληνικού συγκροτήματος της δεκαετίας του 1970. Είναι πραγματικά μαγικό όλο αυτό που έχει γίνει κι ενδεικτικό φυσικά της σοβαρότητας με την οποία αντιμετωπίζουν τα πνευματικά δικαιώματα του δημιουργού στην Αμερική», λέει.

 

Η πορεία των μελών του γκρουπ

Εν τω μεταξύ, στα χρόνια που μεσολάβησαν το κάθε μέλος του γκρουπ ακολούθησε τη δική του ξεχωριστή πορεία. Ο Νίκος Γράψας, το πιο επιφανές μέλος του συγκροτήματος, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη μουσική και κάποια στιγμή στράφηκε στα ακούσματα της Ανατολής. Στη συνέχεια δημιούργησε με το Χρήστο  Τσιαμούλη και τον Γιάννη Ζευγόλη τις «Δυνάμεις του Αιγαίου» κι αργότερα τους «Άβατον». Έχοντας στο ενεργητικό του πλούσιο δισκογραφικό έργο, σήμερα ζει στη Ζάκυνθο. Αν τον ρωτήσεις που αποδίδει την επιτυχία που είχε ο δίσκος  απαντά πως κατά τη γνώμη του η ειδοποιός διαφορά ήταν «ο αυθορμητισμός που εκφράστηκε μέσα από τις μουσικές μας και η δυναμική της ηλικίας μας. Συμβαίνει άλλωστε συχνά οι νεώτεροι να ανακαλύπτουν κάτι που τους έλκει σε ένα παλιότερο μουσικό ιδίωμα κυρίως όταν αυτό δεν είναι στυλιζαρισμένο και τυποποιημένο», λέει.

Ο μπασίστας του συγκροτήματος, ο Μάριος Γιαμαλάκης, για να βιοποριστεί, έπαιξε σαν επαγγελματίας μουσικός σε λαϊκά νυχτερινά κέντρα από το 1984 έως και το 2000. Όμως η ροκ παρέμεινε η μεγάλη αγαπημένη και οι δύο προσωπικοί δίσκοι  που κυκλοφόρησε στην καριέρα του περιέχουν ροκ μπαλάντες. Αν τον ρωτήσεις πως αισθάνεται κοιτώντας πίσω, είναι απόλυτος: «Για μένα η εποχή εκείνη έχει τελειώσει.  Δεν μου αρέσει με τίποτα να μένω κολλημένος στο παρελθόν», λέει.

Ο Νίκος Δούναβης αμέσως μετά το στρατιωτικό πούλησε όλα του τα όργανα και δεν ασχολήθηκε ποτέ πια επαγγελματικά με τη μουσική. Σταδιοδρόμησε σαν μηχανικός και πρόσφατα συνταξιοδοτήθηκε. Για την απρόσμενη επιτυχία του συγκροτήματος λέει πως «απλώς άργησε 33 χρόνια. Αν είχε έρθει στην ώρα της, ίσως σήμερα να ήμασταν διαφορετικά όλοι μας».

Ο Θανάσης Αλατάς δούλεψε ως σκιτσογράφος και δημοσιογράφος στον Οικονομικό Ταχυδρόμο μέχρι το 1996. Τα τελευταία 4 χρόνια, σε συνεργασία με το δήμο Ιλίου, οργανώνει το Ilion Rock Live που συμμετέχουν όλα τα συγκροτήματα που έπαιξαν στην περιοχή από το 1960 μέχρι σήμερα. Το όνομά του εδώ και λίγο καιρό φιγουράρει στις πρώτες θέσεις των charts παγκοσμίως και αυτό είναι κάτι που τώρα έχει αρχίσει κάπως να το συνειδητοποιεί. Ονειρεύεται χρόνια τώρα την επανένωση του γκρουπ αλλά προς το παρόν χωρίς ανταπόκριση. «Έχω προτείνει στα παιδιά να ξαναβρεθούμε όλοι μαζί και να παίξουμε κρυφά κάπου. Αν το αποτέλεσμα μας ικανοποιεί, σημαίνει ότι το ένστικτό μας είναι ακόμα ζωντανό. Τώρα που βγαίνουμε στη σύνταξη μπορεί και να το κάνουμε» λέει, γελώντας.

Από την Ολλανδία που ζει τα τελευταία χρόνια ο Χρήστος Βλαχάκης στέλνει το δικό του μήνυμα: «Είναι δύσκολο να περιγράψω πως είναι να ακούει κανείς σήμερα κάτι  που στην ουσία είναι δικό του· κάτι που είναι κομμάτι από τη νεανική μας ζωή, από  τα όνειρά μας. Αυτό που έγινε θα πρέπει να το δουν όλες οι μεγάλες εταιρίες στην Ελλάδα για να καταλάβουν επιτέλους ότι στη χώρα αυτή υπάρχουν καλλιτέχνες που αξίζουν και που επιμένουν να δημιουργούν ενάντια στο μονοπώλιο που καθημερινά στιγματίζει τη ζωή του Νεοέλληνα.

Απόψεις

Δημοσιεύματα